1. Αρχική
  2. /
  3. Απόψεις Εκδόσεων Γη
  4. /
  5. Μια Άποψη Για Την Ελευθερία Και Τα Τιμήματά Της Των Ασύγκριτα Σπουδαιότερων Όλων Των Άλλων Λαών Στην Εποχή Τους Προγόνων Μας, Μα Που Θα Πρέπει Κατά Τη Γνώμη Μας Να Τη Διαβάσει Κανείς Στην Εποχή Μας Δίχως Καθόλου Φανατισμό

Μια Άποψη Για Την Ελευθερία Και Τα Τιμήματά Της Των Ασύγκριτα Σπουδαιότερων Όλων Των Άλλων Λαών Στην Εποχή Τους Προγόνων Μας, Μα Που Θα Πρέπει Κατά Τη Γνώμη Μας Να Τη Διαβάσει Κανείς Στην Εποχή Μας Δίχως Καθόλου Φανατισμό

0
516

Σχόλιο Εκδόσεων Γη:

Για Τα Παιδιά Των Εθελοντών Ηρώων Εκείνων Έχουμε Να Πούμε Ότι Προφανώς Ο Θεός Τα Βρήκε Επίσης Άξια Τέκνα Των Πατεράδων Τους Καθώς Και Της Πολιτείας Τους, Δηλαδή Άξια Να Πληρώσουν Ακόμη Και Το Τότε Τίμημα.

Μακάρι Κάποτε Να Βρει Και Εμάς Και Μπορεί Πράγματι Να Θεωρήσει Τούτο Από Εμάς Ως Πρόκληση, Αν Και Η Μόρτισσα Φωνή Που Λέει Και Ένα Τραγούδι Δεν Το Λέει.

Ή Και Να Το Θεωρήσει Εκ Του Ασφαλούς, Επειδή Ξέρουμε Γενικότερα Ότι Οι Αθάνατοι Άνθρωποι Είναι Πολύ Πιο Καλοσυνάτοι Από Εμάς, Αφού Τουλάχιστον Είχαν Και Έχουν Πολύ Περισσότερο Χρόνο Στη Ζωή.

Να Θυμίσουμε Όμως Δίχως Καθόλου Να Αναιρεί Το Παραπάνω Με Έναν Τρόπο Που Μπορεί Να Μην Γίνεται Εύκολα Κατανοητός Τον Μύθο Της Πανδώρας, Όπου Σύμφωνα Με Τον Μυθογράφο Του, Για Ένα Καλό Τότε Ο Δίας -Ο Δίας Ίσως Με Την Έννοια Της Εξουσίας- Στους Ανθρώπους, Την Πανέμορφη Από Όλες Τις Απόψεις Όχι Όμως Ανθρώπινη Πανδώρα Ή Μάλλον Καλύτερα Για Το Καλό Του Προμηθέα, Τους Έδωσε Συνάμα Τυλιγμένο Στο Κάλλος Της Πανδώρας Μυριάδες Κακά.

Καλή Σας Ανάγνωση…

Μια Άποψη Για Την Ελευθερία Και Τα Τιμήματά Της Των Ασύγκριτα Σπουδαιότερων Όλων Των Άλλων Λαών Στην Εποχή Τους Προγόνων Μας, Μα Που Θα Πρέπει Κατά Τη Γνώμη Μας Να Τη Διαβάσει Κανείς Στην Εποχή Μας Δίχως Καθόλου Φανατισμό.

Να Τη Διαβάσει Κανείς Στην Εποχή Μας Δίχως Καθόλου Φανατισμό, Εννοώντας Γενικότερα Να Τη Διαβάσει Κανείς Έτσι Σε Εποχές Ειρηνικές…

 

«[7.131.1] Ὁ μὲν δὴ περὶ Πιερίην διέτριβε ἡμέρας συχνάς· τὸ γὰρ δὴ ὄρος τὸ Μακεδονικὸν ἔκειρε τῆς στρατιῆς τριτημορίς, ἵνα ταύτῃ διεξίῃ ἅπασα ἡ στρατιὴ ἐς Περραιβούς· οἱ δὲ δὴ κήρυκες οἱ ἀποπεμφθέντες ἐς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ γῆς αἴτησιν ἀπίκατο οἱ μὲν κεινοί, οἱ δὲ φέροντες γῆν τε καὶ ὕδωρ. [7.132.1] τῶν δὲ δόντων ταῦτα ἐγένοντο οἵδε, Θεσσαλοί, Δόλοπες, Ἐνιῆνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μάγνητες, Μηλιέες, Ἀχαιοὶ οἱ Φθιῶται, καὶ Θηβαῖοι καὶ οἱ ἄλλοι Βοιωτοὶ πλὴν Θεσπιέων τε καὶ Πλαταιέων. [7.132.2] ἐπὶ τούτοισι οἱ Ἕλληνες ἔταμον ὅρκιον οἱ τῷ βαρβάρῳ πόλεμον ἀειράμενοι. τὸ δὲ ὅρκιον ὧδε εἶχε, ὅσοι τῷ Πέρσῃ ἔδοσαν σφέας αὐτοὺς Ἕλληνες ἐόντες, μὴ ἀναγκασθέντες, καταστάντων σφι εὖ τῶν πρηγμάτων, τούτους δεκατεῦσαι τῷ ἐν Δελφοῖσι θεῷ. τὸ μὲν δὴ ὅρκιον ὧδε εἶχε τοῖσι Ἕλλησι· [7.133.1] ἐς δὲ Ἀθήνας καὶ Σπάρτην οὐκ ἀπέπεμψε Ξέρξης ἐπὶ γῆς αἴτησιν κήρυκας τῶνδε εἵνεκα· πρότερον Δαρείου πέμψαντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο οἱ μὲν αὐτῶν τοὺς αἰτέοντας ἐς τὸ βάραθρον, οἱ δ᾽ ἐς φρέαρ ἐμβαλόντες ἐκέλευον γῆν τε καὶ ὕδωρ ἐκ τούτων φέρειν παρὰ βασιλέα. [7.133.2] τούτων μὲν εἵνεκα οὐκ ἔπεμψε Ξέρξης τοὺς αἰτήσοντας. ὅ τι δὲ τοῖσι Ἀθηναίοισι ταῦτα ποιήσασι τοὺς κήρυκας συνήνεικε ἀνεθέλητον γενέσθαι, οὐκ ἔχω εἶπαι, πλὴν ὅτι σφέων ἡ χώρη καὶ ἡ πόλις ἐδηιώθη, ἀλλὰ τοῦτο οὐ διὰ ταύτην τὴν αἰτίην δοκέω γενέσθαι. [7.134.1] τοῖσι δὲ ὦν Λακεδαιμονίοισι μῆνις κατέσκηψε Ταλθυβίου τοῦ Ἀγαμέμνονος κήρυκος. ἐν γὰρ Σπάρτῃ ἐστὶ Ταλθυβίου ἱρόν, εἰσὶ δὲ καὶ ἀπόγονοι [Ταλθυβίου] Ταλθυβιάδαι καλεόμενοι, τοῖσι αἱ κηρυκηίαι αἱ ἐκ Σπάρτης πᾶσαι γέρας δέδονται. [7.134.2] μετὰ δὲ ταῦτα τοῖσι Σπαρτιήτῃσι καλλιερῆσαι θυομένοισι οὐκ ἐδύνατο. τοῦτο δ᾽ ἐπὶ χρόνον συχνὸν ἦν σφι. ἀχθομένων δὲ καὶ συμφορῇ χρεωμένων Λακεδαιμονίων, ἁλίης τε πολλάκις συλλεγομένης καὶ κήρυγμα τοιόνδε ποιευμένων, εἴ τις βούλοιτο Λακεδαιμονίων πρὸ τῆς Σπάρτης ἀποθνῄσκειν, Σπερθίης τε ὁ Ἀνηρίστου καὶ Βοῦλις ὁ Νικόλεω, ἄνδρες Σπαρτιῆται φύσι τε γεγονότες εὖ καὶ χρήμασι ἀνήκοντες ἐς τὰ πρῶτα, ἐθελονταὶ ὑπέδυσαν ποινὴν τείσειν Ξέρξῃ τῶν Δαρείου κηρύκων τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀπολομένων. [7.134.3] οὕτω Σπαρτιῆται τούτους ὡς ἀποθανευμένους ἐς Μήδους ἀπέπεμψαν. [7.135.1] αὕτη τε ἡ τόλμα τούτων τῶν ἀνδρῶν θώματος ἀξίη καὶ τάδε πρὸς τούτοισι τὰ ἔπεα. πορευόμενοι γὰρ ἐς Σοῦσα ἀπικνέονται παρὰ Ὑδάρνεα. ὁ δὲ Ὑδάρνης ἦν μὲν γένος Πέρσης, στρατηγὸς δὲ τῶν παραθαλασσίων ἀνθρώπων τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ· ὅς σφεας ξείνια προθέμενος ἱστία, ξεινίζων δὲ εἴρετο [λέγων] τάδε· [7.135.2] Ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, τί δὴ φεύγετε βασιλέϊ φίλοι γενέσθαι; ὁρᾶτε γὰρ ὡς ἐπίσταται βασιλεὺς ἄνδρας ἀγαθοὺς τιμᾶν, ἐς ἐμέ τε καὶ τὰ ἐμὰ πρήγματα ἀποβλέποντες. οὕτω δὲ καὶ ὑμεῖς εἰ δοίητε ὑμέας αὐτοὺς βασιλέϊ (δεδόξωσθε γὰρ πρὸς αὐτοῦ ἄνδρες εἶναι ἀγαθοί), ἕκαστος ἂν ὑμέων ἄρχοι γῆς Ἑλλάδος δόντος βασιλέος. [7.135.3] πρὸς ταῦτα ὑπεκρίναντο τάδε· Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. τοῦ μὲν γὰρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δὲ ἄπειρος ἐών· τὸ μὲν γὰρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δὲ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ᾽ εἰ ἔστι γλυκὺ οὔτ᾽ εἰ μή. εἰ γὰρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἂν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περὶ αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλὰ καὶ πελέκεσι. ταῦτα μὲν Ὑδάρνεα ἀμείψαντο· [7.136.1] ἐνθεῦτεν δὲ ὡς ἀνέβησαν ἐς Σοῦσα καὶ βασιλέϊ ἐς ὄψιν ἦλθον, πρῶτα μὲν τῶν δορυφόρων κελευόντων καὶ ἀνάγκην σφι προσφερόντων προσκυνέειν βασιλέα προσπίπτοντας οὐκ ἔφασαν ὠθεόμενοι πρὸς αὐτῶν ἐπὶ κεφαλὴν ποιήσειν ταῦτα οὐδαμά· οὔτε γάρ σφι ἐν νόμῳ εἶναι ἄνθρωπον προσκυνέειν οὔτε κατὰ ταῦτα ἥκειν· ὡς δὲ ἀπεμαχέσαντο τοῦτο, δεύτερά σφι λέγουσι τάδε καὶ λόγου τοιοῦδε ἐχόμενα· [7.136.2] Ὦ βασιλεῦ Μήδων, ἔπεμψαν ἡμέας Λακεδαιμόνιοι ἀντὶ τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀπολομένων κηρύκων ποινὴν ἐκείνων τείσοντας, λέγουσι δὲ αὐτοῖσι ταῦτα Ξέρξης ὑπὸ μεγαλοφροσύνης οὐκ ἔφη ὅμοιος ἔσεσθαι Λακεδαιμονίοισι· κείνους μὲν γὰρ συγχέαι τὰ πάντων ἀνθρώπων νόμιμα ἀποκτείναντας κήρυκας, αὐτὸς δὲ τὰ ἐκείνοισι ἐπιπλήσσει ταῦτα οὐ ποιήσειν, οὐδὲ ἀνταποκτείνας ἐκείνους ἀπολύσειν Λακεδαιμονίους τῆς αἰτίης. [7.137.1] οὕτω ἡ Ταλθυβίου μῆνις καὶ ταῦτα ποιησάντων Σπαρτιητέων ἐπαύσατο τὸ παραυτίκα, καίπερ ἀπονοστησάντων ἐς Σπάρτην Σπερθίεώ τε καὶ Βούλιος. χρόνῳ δὲ μετέπειτα πολλῷ ἐπηγέρθη κατὰ τὸν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων πόλεμον, ὡς λέγουσι Λακεδαιμόνιοι. τοῦτό μοι ἐν τοῖσι θειότατον φαίνεται γενέσθαι. [7.137.2] ὅτι μὲν γὰρ κατέσκηψε ἐς ἀγγέλους ἡ Ταλθυβίου μῆνις οὐδὲ ἐπαύσατο πρὶν ἢ ἐξῆλθε, τὸ δίκαιον οὕτω ἔφερε· τὸ δὲ συμπεσεῖν ἐς τοὺς παῖδας τῶν ἀνδρῶν τούτων τῶν ἀναβάντων πρὸς βασιλέα διὰ τὴν μῆνιν, ἐς Νικόλαν τε τὸν Βούλιος καὶ ἐς Ἀνήριστον τὸν Σπερθίεω, ὃς εἷλε Ἁλιέας τοὺς ἐκ Τίρυνθος ὁλκάδι καταπλώσας πλήρεϊ ἀνδρῶν, δῆλον ὦν μοι ὅτι θεῖον ἐγένετο τὸ πρῆγμα [ἐκ τῆς μήνιος]· [7.137.3] οἳ [γὰρ] πεμφθέντες ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἄγγελοι ἐς τὴν Ἀσίην, προδοθέντες δὲ ὑπὸ Σιτάλκεω τοῦ Τήρεω Θρηίκων βασιλέος καὶ Νυμφοδώρου τοῦ Πυθέω ἀνδρὸς Ἀβδηρίτεω, ἥλωσαν κατὰ Βισάνθην τὴν ἐν Ἑλλησπόντῳ, καὶ ἀπαχθέντες ἐς τὴν Ἀττικὴν ἀπέθανον ὑπὸ Ἀθηναίων, μετὰ δὲ αὐτῶν καὶ Ἀριστέας ὁ Ἀδειμάντου Κορίνθιος ἀνήρ.»

 

ΗΡΟΔΟΤΟΣ/Ἱστορίαι/ΒΙΒΛΙΟ Η: ΠΟΛΥΜΝΙΑ /ΗΡΟΔ 7.131.1-7.137.3
https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=30&page=177

 

«[7.131.1] Λοιπόν ο Ξέρξης παρέμενε αρκετές μέρες στα μέρη της Πιερίας· γιατί το ένα τρίτο του στρατού του έκοβε το δάσος του Μακεδονικού όρους, για να περάσει αποκεί όλο το στράτευμα στη χώρα των Περραιβών. Και στο μεταξύ γύρισαν οι κήρυκες που είχε στείλει στην Ελλάδα για να ζητήσουν γην και ύδωρ, άλλοι με άδεια χέρια κι άλλοι φέρνοντας γην και ύδωρ.

[7.132.1] Νά ο κατάλογος εκείνων που τα έδωσαν: Θεσσαλοί, Δόλοπες, Ενιάνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μάγνητες, Μαλιείς, Αχαιοί της Φθιώτιδας, Θηβαίοι και οι υπόλοιποι Βοιωτοί, εκτός απ᾽ τους Θεσπιείς και τους Πλαταιείς.

[7.132.2] Οι Έλληνες που σήκωσαν το βάρος του πολέμου εναντίον των βαρβάρων έδωσαν επίσημο όρκο για να τους απειλήσουν. Νά το περιεχόμενο του όρκου: «Όσοι, όντας Έλληνες, παραδόθηκαν στους Πέρσες χωρίς εξωτερική βία, όταν με το καλό αποκατασταθούν τα πράματα, θα υποχρεωθούν να πληρώσουν στο θεό των Δελφών το ένα δέκατο απ᾽ όλο το έχει τους». Αυτό λοιπόν ήταν το περιεχόμενο του όρκου των Ελλήνων.

[7.133.1] Στην Αθήνα και τη Σπάρτη όμως ο Ξέρξης δεν έστειλε κήρυκες για να ζητήσουν γην και ύδωρ, κι ο λόγος ήταν ο εξής: όταν την πρώτη φορά ο Δαρείος έστειλε για τον ίδιο σκοπό, οι πρώτοι αυτούς που ήρθαν να ζητήσουν τους έριξαν στο βάραθρο, κι οι δεύτεροι σε πηγάδι και τους καλούσαν να πάρουν αποκεί γην και ύδωρ και να τα παν στο βασιλιά τους.

[7.133.2] Γι᾽ αυτό το λόγο ο Ξέρξης δεν έστειλε ανθρώπους για να ζητήσουν. Τώρα, ποιά δυσάρεστη συνέπεια είχε για τους Αθηναίους η μεταχείριση αυτή που επιφύλαξαν στους κήρυκες, δεν είμαι σε θέση να το πω, εκτός που διαγουμίστηκε η χώρα και η πόλη τους· δεν πιστεύω όμως πως αυτή ήταν η αιτία του παθήματός τους.

[7.134.1] Αντίθετα στους Λακεδαιμονίους ξέσπασε η μάνητα του Ταλθυβίου, του κήρυκα του Αγαμέμνονος. Γιατί στη Σπάρτη υπάρχει ναός του Ταλθυβίου, ζουν και οι απόγονοί του, οι ονομαζόμενοι Ταλθυβιάδες, που τους έχουν δοθεί ως τιμητικό προνόμιο όλες οι αποστολές κηρύκων που στέλνει η Σπάρτη.

[7.134.2] Κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτό οι Σπαρτιάτες από τις θυσίες που έκαναν άδικα περίμεναν αίσια προμηνύματα. Κι αυτό κράτησε πολύ καιρό στην πόλη τους. Και καθώς οι Λακεδαιμόνιοι αγαναχτούσαν και το θεωρούσαν μεγάλη συμφορά, συγκαλούσαν πολλές φορές συνέλευση των πολιτών τους κι ο κήρυκας φώναζε: «Ποιός Σπαρτιάτης δέχεται με τη θέλησή του να δώσει τη ζωή του για τη Σπάρτη;», ο Σπερθίας, ο γιος του Ανηρίστου, κι ο Βούλις, ο γιος του Νικολάου, Σπαρτιάτες που κι απ᾽ τη φύση τους ήταν προικισμένοι με χαρίσματα κι από την πλουσιότερη τάξη της πόλης, ανέλαβαν εθελοντικά να τιμωρηθούν από τον Ξέρξη για τη θανάτωση των κηρύκων του Δαρείου στη Σπάρτη.

[7.134.3] Έτσι οι Σπαρτιάτες τους έστειλαν στους Πέρσες για να θανατωθούν.

[7.135.1] Αξιοθαύμαστη στάθηκε και αυτή η τολμηρή πράξη των αντρών αυτών, αλλά κοντά σ᾽ αυτήν και τα λόγια τους. Δηλαδή, στην πορεία τους προς τα Σούσα φτάνουν στην αυλή του Υδάρνη. Κι ο Υδάρνης, Πέρσης στην καταγωγή, ήταν διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων στα παραθαλάσσια της Μικράς Ασίας· αυτός τους φιλοξένησε κάνοντάς τους τραπέζι· και πάνω στο τραπέζι, τους ρώτησε:

[7.135.2] «Άνδρες Λακεδαιμόνιοι, γιατί δε δέχεστε να γίνετε φίλοι του βασιλιά; Νά, βλέπετε πώς ξέρει ο βασιλιάς να τιμά τους άντρες που έχουν αρετή, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα και τη θέση που κατέχω. Έτσι λοιπόν κι εσείς, αν γίνετε άνθρωποι του βασιλιά (γιατί έχει σχηματίσει τη γνώμη πως είστε άντρες με αρετή), ο καθένας σας θα μπορούσε να εξουσιάζει μια περιοχή της Ελλάδας που θα του παραχωρούσε ο βασιλιάς». Η απόκρισή τους ήταν η εξής:

[7.135.3] «Υδάρνη, η συμβουλή που μας απευθύνεις στηρίζεται σε μονόπλευρη εμπειρία· γιατί μας συμβουλεύεις για δυο πράγματα, που το ένα τους το δοκίμασες, το άλλο όμως όχι· δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά πώς ζουν οι δούλοι, όμως δε δοκίμασες ώς σήμερα την ελευθερία, τί άραγε να ᾽ναι, γλυκό ή όχι. Γιατί αν κάποτε τη δοκίμαζες, θα μας συμβούλευες ν᾽ αγωνιζόμαστε γι᾽ αυτήν όχι μονάχα με δόρατα, αλλά και με τσεκούρια». Αυτή την απάντηση έδωσαν στον Υδάρνη.»

[7.136.1] Κι αποκεί ανέβηκαν στα Σούσα· κι όταν παρουσιάστηκαν στο βασιλιά, πρώτα πρώτα, ενώ οι σωματοφύλακές του τους πρόσταζαν, ασκώντας βία, να πέσουν και προσκυνήσουν το βασιλιά, δε δέχτηκαν με κανένα τρόπο να το κάνουν, όσο κι αν εκείνοι τους έσπρωχναν το κεφάλι προς τα κάτω· γιατί, επέμεναν, ούτε στο νόμο τους είναι γραμμένο να προσκυνούν άνθρωπο ούτε γι᾽ αυτό ήρθαν· κι αφού με αγώνα απέφυγαν την προσκύνηση, κατόπι λένε τα εξής και με το ακόλουθο περίπου περιεχόμενο:

[7.136.2] «Βασιλιά των Μήδων, εμάς μας έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι αντιστάθμισμα για τους κήρυκές σας που θανατώθηκαν στη Σπάρτη, για να πληρώσουμε εμείς για το θάνατό τους». Είπαν αυτοί τα παραπάνω, κι ο Ξέρξης, δείχνοντας μεγαλοψυχία, είπε πως δε θα μοιάσει τους Λακεδαιμονίους· γιατί εκείνοι, σκοτώνοντας κήρυκες, καταπάτησαν αυτά που όλοι οι άνθρωποι σέβονται σα νόμο, όμως αυτός δε θα κάνει εκείνα, για τα οποία τους μέμφεται, ούτε σκοτώνοντας για εκδίκηση εκείνους θ᾽ απαλλάξει τους Λακεδαιμονίους από το κρίμα τους.

[7.137.1] Έτσι, κι ύστερ᾽ απ᾽ αυτή την πράξη των Σπαρτιατών, σταμάτησε προς το παρόν η μάνητα του Ταλθυβίου, αν και ο Σπερθίας κι ο Βούλις γύρισαν στη Σπάρτη. Όμως, ύστερ᾽ από μεγάλο χρονικό διάστημα, αναζωπυρώθηκε, τον καιρό του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, όπως λένε οι Λακεδαιμόνιοι. Εγώ όμως νά πού βλέπω, μέσα σ᾽ όλη αυτή την υπόθεση, την εντυπωσιακότερη παρέμβαση των θεών:

[7.137.2] Το ότι βέβαια η μάνητα του Ταλθυβίου έπεσε σαν κεραυνός σε αγγελιοφόρους και δε σταμάτησε πριν πάρει ικανοποίηση, είναι κάτι που το θέλει το δίκιο· όμως το να χτυπήσει τα παιδιά εκείνων που ανέβηκαν στην αυλή του βασιλιά εξαιτίας αυτής της μάνητας, τον Νικόλαο, το γιο του Βούλη, και τον Ανήριστο, το γιο του Σπερθία (αυτόν που κυρίεψε το λιμάνι Αλιείς, όπου είχαν καταφύγει οι εξορισμένοι από την Τίρυνθα, κάνοντας απόβαση με φορτηγό πλοίο γεμάτο πολεμιστές) — βλέπω λοιπόν ολοφάνερα πως στην υπόθεση αυτή έχει βάλει το χέρι του ο θεός.

[7.137.3] Δηλαδή, όταν αυτοί στάλθηκαν από τους Λακεδαιμονίους αγγελιοφόροι στην Ασία, προδόθηκαν από τον Σιτάλκη, το γιο του Τήρη, τον βασιλιά των Θρακών, κι από τον Νυμφόδωρο, το γιο του Πυθέα, Αβδηρίτη, κι αιχμαλωτίστηκαν στην περιοχή της Βισάνθης του Ελλησπόντου· κατόπι τούς πήγαν στην Αττική και τους θανάτωσαν οι Αθηναίοι, και μαζί τους και τον Κορίνθιο Αριστέα, το γιο του Αδειμάντου. Βέβαια αυτά έγιναν πολλά χρόνια μετά την εκστρατεία του βασιλιά· τώρα επιστρέφω στην εξιστόρησή μου, σε προγενέστερα γεγονότα.

 

Νεοελληνική Απόδοση: Ηλίας Σπυρόπουλος

 

 

 

Καλό Σας Ξημέρωμα…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Fill out this field
Fill out this field
Δώστε μια έγκυρη ηλ. διεύθυνση.
You need to agree with the terms to proceed

six − 6 =